Η γήρανση του ελληνικού πληθυσμού έχει επιταχυνθεί, τοποθετώντας τη χώρα μας μεταξύ εκείνων με τη μεγαλύτερη αύξηση της μέσης ηλικίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση της Eurostat, η μέση ηλικία στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 4 έτη μέσα σε μία δεκαετία, υπερβαίνοντας κατά πολύ τον ευρωπαϊκό μέσο όρο των 2,2 ετών.
Η μέση και η διάμεση ηλικία στην ΕΕ
Την 1η Ιανουαρίου 2024, η διάμεση ηλικία του πληθυσμού της ΕΕ διαμορφώθηκε στα 44,7 έτη. Αυτό σημαίνει ότι οι μισοί κάτοικοι της ΕΕ είναι άνω των 44,7 ετών, ενώ οι άλλοι μισοί νεότεροι. Στην ΕΕ, η διάμεση ηλικία κυμάνθηκε από 39,4 έτη στην Ιρλανδία έως 48,7 έτη στην Ιταλία.
Η διάμεση ηλικία έχει αυξηθεί συνολικά κατά 2,2 έτη από το 2014, όταν βρισκόταν στα 42,5 έτη. Η τάση αυτή καταγράφηκε σε όλες τις χώρες της ΕΕ, με εξαίρεση τη Μάλτα (-0,7 έτη) και τη Γερμανία (-0,1 έτη).
Οι χώρες με τη μεγαλύτερη γήρανση
Η γήρανση του πληθυσμού ήταν πιο έντονη στην Ελλάδα, την Ιταλία, την Πορτογαλία και τη Σλοβακία, όπου η διάμεση ηλικία αυξήθηκε κατά 4 έτη. Στην Κύπρο, την Ισπανία και την Πολωνία, η αύξηση ήταν 3,8 έτη.
Η ηλικιακή διαφορά μεταξύ γηγενών και μεταναστών
Την 1η Ιανουαρίου 2024, η διάμεση ηλικία του πληθυσμού που γεννήθηκε στην ΕΕ ήταν 2 έτη υψηλότερη από εκείνη των ατόμων που γεννήθηκαν στο εξωτερικό (45,1 έναντι 43,1 ετών). Οι μετανάστες υπερεκπροσωπούνταν στις ηλικιακές ομάδες 20-54 ετών, ενώ ήταν λιγότεροι στις νεότερες και στις μεγαλύτερες ηλικιακές κατηγορίες.
Συνολικά, το 59,7% του πληθυσμού που γεννήθηκε στο εξωτερικό ήταν μεταξύ 20 και 54 ετών, σε σύγκριση με το 42,1% των γηγενών.