Ιδιαίτερα υψηλό επενδυτικό ενδιαφέρον καταγράφεται για την έκδοση του 10ετούς ομολόγου, με τις προσφορές να υπερβαίνουν τα 45 δισ. ευρώ, εξέλιξη που οδήγησε και σε μείωση της αρχικής καθοδήγησης για την αποτίμηση στο 3,47%.
Στόχοι άντλησης κεφαλαίων και διαχείριση χρέους
Η Ελλάδα αναμένεται να αντλήσει από τις αγορές περίπου 8 δισ. ευρώ εντός του 2026, προκειμένου να καλύψει τις δανειακές της ανάγκες. Υπενθυμίζεται ότι το 2025 αντλήθηκαν κεφάλαια ύψους περίπου 7,6 δισ. ευρώ.
Παράλληλα, για το 2026 έχουν προγραμματιστεί πρόωρες αποπληρωμές δημοσίου χρέους ύψους 8,8 δισ. ευρώ, στο πλαίσιο της στρατηγικής ενεργητικής διαχείρισης του χρέους.
Εξέλιξη αποδόσεων στη δευτερογενή αγορά
Στη δευτερογενή αγορά (ΗΔΑΤ), η απόδοση του 10ετούς ομολόγου διαμορφώθηκε στο 3,35%, με αποτέλεσμα το περιθώριο έναντι του αντίστοιχου γερμανικού τίτλου να υποχωρήσει στο 0,55%, καθώς η απόδοση του γερμανικού κινήθηκε στο 2,80%.
Ταυτόχρονες εκδόσεις και το EFSF
Η έξοδος της Ελλάδας στις αγορές συνέπεσε χρονικά με αντίστοιχη έκδοση του EFSF (European Financial Stability Facility). Το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας άντλησε συνολικά 7 δισ. ευρώ, καλύπτοντας περίπου το ένα τρίτο των ετήσιων δανειακών του αναγκών.
Συγκεκριμένα, τα 4 δισ. ευρώ αντλήθηκαν μέσω 10ετούς ομολόγου με απόδοση 3,125% και τα υπόλοιπα 3 δισ. ευρώ μέσω τριετούς ομολόγου με απόδοση 2,375%. Και οι δύο εκδόσεις προσέλκυσαν ισχυρό ενδιαφέρον, με τις προσφορές να ξεπερνούν τα 52 δισ. ευρώ.
Η ανάλυση της JP Morgan
Η πρώτη έξοδος της Ελλάδας στις αγορές συνέπεσε με δυσμενή έκθεση της JP Morgan για τα ελληνικά ομόλογα. Η αμερικανική τράπεζα εκτιμά ότι οι ελληνικοί τίτλοι έχουν ήδη περάσει τον λεγόμενο «έλεγχο σύγκλισης» (convergence test), με τις αποδόσεις και τα spreads να έχουν ενσωματώσει μεγάλο μέρος των βελτιώσεων της ελληνικής οικονομίας.
Σύμφωνα με την ανάλυση, το περιθώριο για περαιτέρω σημαντική υποχώρηση των αποδόσεων εμφανίζεται περιορισμένο βραχυπρόθεσμα. Ως αποτέλεσμα, η JP Morgan συστήνει μερική ρευστοποίηση κερδών στα ελληνικά ομόλογα, επισημαίνοντας ότι η περαιτέρω συστολή των spreads έχει πλέον μικρότερο εύρος.