Η δανική φαρμακευτική εταιρεία Novo Nordisk ανακοίνωσε συμφωνία για την εξαγορά της Akero Therapeutics έναντι 5,2 δισ. δολαρίων, επιδιώκοντας να ενισχύσει τη θέση της στην αντιμετώπιση ηπατικών παθήσεων που συνδέονται με την παχυσαρκία. Η Novo θα καταβάλει 54 δολάρια ανά μετοχή σε μετρητά – ποσό που αντιστοιχεί σε 4,7 δισ. δολάρια – με επιπλέον 500 εκατ. δολάρια να καταβάλλονται βάσει κανονιστικών ορόσημων.
Ενίσχυση χαρτοφυλακίου και στρατηγική επέκταση
Η Akero διαθέτει μια πειραματική θεραπεία για τη στεατοηπατίτιδα που σχετίζεται με μεταβολική δυσλειτουργία (MASH), η οποία βρίσκεται σε τελικό στάδιο δοκιμών για ασθενείς με ίνωση και κίρρωση ήπατος. Το φάρμακο efruxifermin, σύμφωνα με τη Novo, έχει τη δυνατότητα να αποτελέσει την πρώτη θεραπεία που αναστρέφει τη σοβαρή ηπατική βλάβη και θα μπορούσε να λειτουργήσει αυτόνομα ή σε συνδυασμό με το δημοφιλές φάρμακο κατά της παχυσαρκίας Wegovy.
Η εξαγορά εντάσσεται σε μια σειρά συμφωνιών στον αναδυόμενο κλάδο της MASH. Τον περασμένο μήνα η Roche αγόρασε την 89Bio Inc. έναντι 3,5 δισ. δολαρίων, ενώ η GSK εξαγόρασε δική της πιθανή θεραπεία για έως και 2 δισ. δολάρια.
Η μεγαλύτερη κίνηση της Novo από το 2024
Πρόκειται για την πρώτη μεγάλη συναλλαγή υπό τη διοίκηση του διευθύνοντος συμβούλου Μάικ Ντούστνταρ, ο οποίος χαρακτήρισε το φάρμακο της Akero «θεραπεία-ακρογωνιαίο λίθο». Είναι επίσης η μεγαλύτερη συμφωνία της Novo μετά την τριμερή συνεργασία του 2024 που επέτρεψε στον κύριο μέτοχό της να αποκτήσει την κατασκευάστρια φαρμάκων Catalent έναντι 16,5 δισ. δολαρίων.
Οι μετοχές της Akero κατέγραψαν άνοδο περίπου 20% στη Νέα Υόρκη μετά την ανακοίνωση, ενώ της Novo υποχώρησαν λόγω ανησυχιών για τα περιθώρια κέρδους. Η Akero έχει ήδη ξεκινήσει τρεις μεγάλες κλινικές δοκιμές με 3.500 ασθενείς και αναμένεται να φέρει το φάρμακο στην αγορά έως το 2028.
Η εξαγορά της Akero ενισχύει τη στρατηγική της Novo Nordisk για διεύρυνση των θεραπειών πέρα από την παχυσαρκία και τον διαβήτη, επενδύοντας σε ηπατικές παθήσεις υψηλής ιατρικής ανάγκης.
Ο αναλυτής Jared Holz της Mizuho Securities σημείωσε ότι, αν και η συμφωνία δεν αποτελεί «γιγαντιαίο premium», η τιμή αγοράς είναι σύμφωνη με τις πρόσφατες αποτιμήσεις του κλάδου.