Η κυβέρνηση της Σιγκαπούρης εξετάζει σημαντικές νομοθετικές αλλαγές με στόχο την ενίσχυση της διαφάνειας και την αποτροπή της χρήσης εταιρειών για παράνομες δραστηριότητες, στον απόηχο του πολύκροτου σκανδάλου ξεπλύματος χρήματος ύψους 3 δισ. δολαρίων Σιγκαπούρης.
Στο επίκεντρο των προτάσεων βρίσκεται η αφαίρεση του δικαιώματος ανάληψης διευθυντικών καθηκόντων από άτομα που έχουν καταδικαστεί για αδικήματα ξεπλύματος. Το Υπουργείο Οικονομικών και η Ρυθμιστική Αρχή Εταιρειών και Λογιστικής (ACRA) ξεκίνησαν δημόσια διαβούλευση για την τροποποίηση του Companies Act 1967, η οποία θα διαρκέσει έως τις 31 Ιουλίου.
Διαμοιρασμός πληροφοριών και διεθνής συνεργασία
Μεταξύ των προτεινόμενων ρυθμίσεων περιλαμβάνεται η δυνατότητα μοιράσματος στοιχείων ελέγχου με ξένες εποπτικές αρχές, ενισχύοντας τη διασυνοριακή συνεργασία στον χρηματοπιστωτικό τομέα.
Ο στόχος είναι η θωράκιση του χρηματοοικονομικού οικοσυστήματος της Σιγκαπούρης και η προστασία των μετόχων από αδιαφανείς ή παράνομες πρακτικές.
Αντίδραση μετά το σκάνδαλο των 3 δισ. δολαρίων
Οι προτεινόμενες παρεμβάσεις έρχονται ως συνέχεια του σκανδάλου του 2023, το οποίο κλόνισε τη φήμη της χώρας ως παγκόσμιου χρηματοοικονομικού κέντρου. Η Κεντρική Τράπεζα της Σιγκαπούρης είχε επιβάλει συνολικά πρόστιμα 27,5 εκατ. δολαρίων Σιγκαπούρης σε εννέα τραπεζικά ιδρύματα, μεταξύ των οποίων η Credit Suisse Singapore και η Citibank Singapore, για παραβιάσεις των κανόνων κατά του ξεπλύματος χρήματος.
Ένα από τα βασικά πρόσωπα της υπόθεσης, ο Wang Junjie, είχε διατελέσει διευθυντής σε αρκετές εμπλεκόμενες εταιρείες και κατηγορήθηκε για ψευδή λογιστικά στοιχεία και ανακριβείς δηλώσεις. Η υπόθεση φανέρωσε αδυναμίες στην εποπτεία εταιρικών σχημάτων και επιτάχυνε τη συζήτηση για μεταρρυθμίσεις.
Με τις νέες ρυθμίσεις, η Σιγκαπούρη επιχειρεί να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη στην αξιοπιστία του θεσμικού της πλαισίου και να ενισχύσει τον ρόλο της ως υπεύθυνο χρηματοοικονομικό κέντρο σε παγκόσμιο επίπεδο.